ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ~ Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ: ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

4 Δεκεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ



Η εργασία αυτή θέτει ως αρχικό στόχο τον ορισμό του οικονομικού κύκλου όπως αυτός είναι αντιληπτός στις σύγχρονες χρηματοπιστωτικές κοινωνίες. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει, τα οποία κατεξοχήν αφορούν την ασυνδετική σχέση των τραπεζικών δραστηριοτήτων και της πραγματικής οικονομίας, επικουρούν τον ισχυρισμό για την ανάγκη μεταρρύθμισης του τραπεζικού συστήματος που θα το τοποθετεί πλέον στην θέση του «ρεαλιστικού κοινωνικού σχεδιαστή».
.Η εξέταση του κύκλου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οικονομία εμπεριέχει ανισορροπίες και υπερβολές οι οποίες είναι παράγωγα του τραπεζικού συστήματος. Ο σχεδιασμός της οικονομίας έως τώρα μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι αναπαράγει την ίδια την υπερτίμηση των αξιών της αγοράς, οδηγώντας σε φρούδες προσδοκίες από την πλευρά των παραγόντων της οικονομίας. Ο μετασχηματισμός των τελευταίων δεκαετιών που οδήγησε στο φιλελεύθερο «άνοιγμα» του τραπεζικού συστήματος δημιουργώντας πολλαπλές και ανεξέλεγκτες πηγές χρηματοδότησης επιβάρυνε τα χείρω την όλη διαδικασία των οικονομικών κύκλων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση στην διεθνή βιβλιογραφία των όρων «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα και των σούπερ-κύκλων.
Το τραπεζικό σύστημα μετά το μεγάλο κράχ του 1929, δομήθηκε πάνω σε αυστηρούς όρους, με συνεχή και εντατική κρατική ρύθμιση έχοντας κατά νου την ανάγκη για αποφυγή ανισορροπιών που θα αμφισβητούσαν μετέπειτα την αξιοπιστία των τραπεζικών θεσμών και των εγγυημένων ανεξάρτητων από την πληροφορία συναλλαγών. Αυτοί οι όροι δεν εγγυήθηκαν μία γραμμική ανάπτυξη έως τώρα, ωστόσο γραμμικοποιούσαν σε καλά προσεγγιστικά επίπεδα την αναπόφευκτη εκθετική ή 2ας τάξης συμπεριφορά της αναπτυξιακής πορείας των οικονομιών. Οι κρατικές πολιτικές στην μετά του Κραχ εποχή άφηναν περιθώρια μόνο για ένα ελιτίστικο τραπεζικό σύστημα, του οποίου σε γενικές γραμμές η δραστηριότητα ήταν ελεγχόμενη από τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Κυρίαρχη φιλοσοφία των πιστωτικών συναλλαγών της εποχής ήταν η σύνδεση της πίστωσης με  παραγωγικούς στόχους. Η έννοια του κέρδους  πραγματοποιούνταν πάνω στις απολαβές της υγιούς ανάπτυξης δηλαδή της παραγωγικής δραστηριότητας.
Μια σειρά από παράγοντες επέφεραν τον μετασχηματισμό του πυρήνα του τραπεζικού συστήματος. Οι έννοιες του κρατικού παρεμβατισμού και της ελεγχόμενης  οικονομίας υποχώρησαν κάτω από τις σκοπιμότητες  των υποστηρικτών του «αόρατου χεριού (μοχλού)» της οικονομίας. Αυτό επέφερε την ανάπτυξη του αποκαλούμενου σκιώδους τραπεζικού συστήματος, το οποίο είχε στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του την συναλλαγή  χρεών  και ρίσκων και την απομύζηση κερδών μέσω πρόκλησης σκοπιμοτήτων. Έκαναν λοιπόν εμφάνιση μία σειρά από κεφαλαιουχικοί οργανισμοί που λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από το προγενέστερο τραπεζικό σύστημα, προκαλώντας αδυσώπητο ανταγωνισμό και αναγκάζοντας εντέλει τους υγιείς παρόχους χρήματος να λειτουργούν με κερδοσκοπικά κριτήρια ώστε να περισώσουν τα μερίδια αγοράς τους. Το αποτέλεσμα της δραστηριότητας των σκοπιμοτήτων είναι η αμφισβήτηση και η αναξιοπιστία των κυρίαρχων θεσμών της οικονομίας ή αλλιώς του ίδιου του δαπέδου της οικονομίας. Οι εγγυημένες ασφαλείς η άλλως ανεξάρτητες της πληροφόρησης συναλλαγές  έγιναν πλέον ιστορία, κάτι που επέφερε  άρνηση επενδύσεων και επικινδυνότητα στις συναλλαγές.
Επιστρέφοντας στην ανάλυση του οικονομικού κύκλου, αξίζει να παρατηρήσουμε τον γενικό κανόνα λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος όπως αναλυτικά αυτός ορίζεται στον κανονισμό “Modern Money Mechanics” που εκδίδει η FED. Σε αυτό γίνεται σαφής αναφορά της μεθόδου πιστωτικής επέκτασης που κατά κύριο λόγο υλοποιεί το σύνολο του διεθνούς τραπεζικού συστήματος.  Όπως κάθε επιχείρηση έτσι και οι τράπεζες δραστηριοποιούνται με βάση την αρχή της πλήρους εκμετάλλευσης των επιχειρησιακών πόρων ώστε αυτοί να αποδώσουν κέρδος.  Βάσει αυτής της λογικής οι καταθέσεις μίας τράπεζας αποτελούν μη παραγωγικούς πόρους που πρέπει να ενταχθούν σε πιστωτικές δραστηριότητες για να επιφέρουν κέρδη. Το ακριβές ποσό της πιστωτικής πρόωθησης των καταθέσεων ορίζεται στο ποσοστό του 10%, καθότι αυτό είναι το παρατηρούμενο ποσοστό άνάληψης των καταθέσεων σε φυσιολογικές συνθήκες εξαιρούμενης δηλαδή της περίπτωσης μαζικών αναλήψεων. Επομένως υπό την εξέταση του συνόλου του τραπεζικού κλάδου, οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να κατακρατούν μόνο το 10% των καταθέσεων, τοποθετώντας το υπόλοιπο ποσοστό σε πιστωτικά προιόντα. Την ίδια πρακτική μπορεί να ακολουθήσει και για το ποσοστό του 90% αφού αυτό πλέον θα είναι καταχωρημένο ως κατάθεση. Η αλληλουχία των πιστωτικών δραστηριοτήτων καταλήγει στην εικονική δημιουργία 10-πλάσιων (του αρχικού πραγματικού) κεφαλαίων. Ο πολλαπλασιασμός του κινούμενου στην αγορά κεφαλαίου, σαφώς δεν αποτελεί μέρος κάποιου σχεδίου, αλλά είναι έμμεση μη-σχεδιασμένη απόρροια της συμπεριφοράς των τραπεζών ως μία επιχειρηματική οντότητα, αντί ως θεσμού  πρόωθησης/ρύθμισης της οικονομικής λειτουργίας. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι αποτέλεσμα της αντίληψης των καταθέσεων ως επιχειρηματικούς πόρους και των πιστωτικών δραστηριοτήτων ως εργαλεία ανάπτυξης κέρδους. Όμως την ίδια στιγμή οι τράπεζες διαχειρίζονται μία ευαίσθητη λειτουργία του συστήματος, τις επενδυτικές δραστηριότητες . Ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων σε τέτοια ακραία σημεία, αν και έμμεσος, επιδιώκει από την αγορά το ίδιο ακραίους ρυθμούς παραγωγικότητας για να παραμείνουν οι τραπεζικές δραστηριότητες λειτουργικές. Οι τράπεζες χωρίς την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου σχεδίου, εμμέσως λαμβάνουν ως προυπόθεση πιστώσεων, την πολλαπλασιαστική παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας. Το έμμεσο αλλά φιλόδοξο αυτό σχέδιο, δεν ανταποκρίνεται στην δυναμική της αγοράς, ενώ παράλληλα δημιουργεί στρεβλώσεις και ψευδαισθήσεις παραγωγικότητας που γρήγορα γίνονται αντιληπτές ώστε μετά να ακολουθήσει η διόρθωση των  οικονομικών δεδομένων. Οι ψευδαισθήσεις παραγωγικότητας αν και επιφέρουν μικροπρόθεσμη δυναμική στην αγορά, εντέλει υποσκάπτουν τα θεμέλια της παρασύροντας σε μερικές περιπτώσεις και εθνικές οικονομίες στο χάος.

Πιο συγκεκριμένα, ο πολλαπλασιασμός (ή 10σμός) των διακινούμενων κεφαλαίων έχει δύο άμεσες επιπτώσεις. Η ύπαρξη κεφαλαίων στην αγορά δημιουργεί καταναλωτικές ικανότητες που πληθωρίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες. Σε δεύτερο πλάνο, γίνεται επενδυτική κατανάλωση αυτών των κεφαλαίων, τα οποία προσφέρουν στην συνέχεια μαζική απασχόληση. Η μαζική απασχόληση επηρεάζει στο θετικότερο την καταναλωτική ψυχολογία, λειτουργώντας ως μία ενισχυτική δύναμη πληθωριστικών πιέσεων. Ο πληθωρισμός σε αυτό το επίπεδο δεν είναι εύκολα αντιληπτός. Οι πιστωτικές συμφωνίες που συνάπτονται σε αυτό το στάδιο, θα πρέπει να θεωρήσουμε εκ προιμίου ότι είναι πληθωρισμένες (υπερτιμημένες υποθήκες, υπερτιμημένη ικανότητα αποπληρωμής κ.α.) άρα εμπεριέχουν πολλαπλά ρίσκα τα οποία θα είναι εμφανή κατά την συνολική διόρθωση, και τα οποία  συνταρράσουν την μακροημέρευση της πιστωτικής δραστηριότητας. Η κοινή διαπίστωση είναι ότι ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων άμεσα ή έμμεσα πληθωρίζει το χρήμα και τις αγορές. Ο πληθωρισμός σαν δύναμη είναι αρκετά δύσκολος να υποταχθεί, ενώ ανατροφοδοτείται από την ίδια την φύση  του. Και αυτό γιατί αναπόφευκτα το πληθωρισμένο χρήμα θα υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα, άρα θα κάνει πιο ακριβές τις εθνικές εισαγωγές. Θεωρητικά αυτό θα αντισταθμισθεί από τις πιο φθηνές εξαγωγές, αν όμως δεν υπάρχει απόλυτη αύξηση του αριθμού των εξαγωγών (πιθανό λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού) αυτό μπορεί να επιφέρει και μείωση των εξαγωγικών απολαβών.
Ο πληθωρισμός λοιπόν ανατροφοδοτεί τον εαυτό του, και μόνο οι τράπεζες είναι ικανές να τον περιορίσουν μειώνοντας την συνολική κυκλοφορία. Η απόφαση αυτή ωστόσο πολλές φορές δεν λαμβάνεται για λόγους κοινωνικού σχεδιασμού. Το αντίθετο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτελεί ένα μέσο διατήρησης από την πλευρά των τραπεζών του περιθωρίου κέρδους που λαμβάνουν. Ο αυξημένος πληθωρισμός μειώνει τα περιθώρια κέρδους των πιστώσεων ή αλλιώς μειώνει το αποπληθωρισμένο επιτόκιο της πίστωσης. Η μόνη λύση που απομένει είναι η αύξηση των επιτοκίων  για να αποδώσουν οι τραπεζικές δραστηριότητες κέρδος. Οι επιχειρήσεις εντείνουν την παραγωγική τους δραστηριότητα μέχρις να φτάσουν  στο από φυσικής άποψης εφικτό παραγωγικό επίπεδο. Όντας μη ικανές να εξυπηρετήσουν τις φιλόδοξες πιστωτικές προσδοκίες των τραπεζών αυτοπεριορίζονται. Επιπλέον μειώνοντας κάθετα το διακινούμενο χρήμα η οικονομία «γδύνει» τις μη-παραγωγικές δραστηριότητες που ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων προηγουμένως είχε δημιουργήσει. Αναπόφευκτα οι επενδυτικές δραστηριότητες υποχωρούν, ιδιαίτερα οι άμεσα εξαρτημένες από την πιστωτική τροφοδοσία. Η απασχόληση όντας άμεσα εξαρτώμενη από τις επενδύσεις συνθλίβεται συμπαρασύροντας την κατανάλωση. Απουσία της κατανάλωσης, ο πληθωρισμός υποχωρεί οπότε και όλες οι πιστωτικές συμφωνίες βάσει πληθωρισμένων εγγυήσεων γίνονται ανίκανες να εξυπηρετηθούν με αποτέλεσμα την προβληματική τραπεζική δραστηριότητα.
Κατά μήκος όλου του οικονομικού κύκλου, είναι ευρέως παρατηρούμενη η διαδικασία πρόκλησης ψευδών προσδοκιών ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Ο πιστωτικός σχεδιασμός αντιμετωπίζεται σαν κάτι αποσυνδεδεμένο από τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, καθότι  απομονώνεται η ρυθμιστική κοινωνική λειτουργία των τραπεζών και ενισχύονται οι πολιτικές πολλαπλασιαστικού κέρδους.



Related Posts with Thumbnails