2 Μαρτίου 2010

Το Δομικό Πρόβλημα της μετα-ολυμπιακής Ελλάδας

Τους τελευταίους μήνες γίνεται μία τιτάνια προσπάθεια από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, για να εξηγήσουν θαρρείς το όγδοο θαύμα της ανθρωπότητας: την οικονομική οριακή χρεωοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Στα μάτια του έλληνα αναλυτή και παρατηρητή, το πρόβλημα φαντάζει ακόμα πιο σύνθετο και πολύπλοκο, καθώς πρέπει να ερμηνεύσει το ελληνικό παράδοξο: πως το πραγματικό τρένο ανάπτυξης που βιώσαμε στους ολυμπιακούς αγώνες, κατέληξε να έχει σκουριάσει στις ράγες ενός τριτοκοσμικού σταθμού, ανήμπορο, αδύναμο με μηδενική διεθνή αξιοπρέπεια και αξιοπιστία. Η προσέγγιση του άρθρου είναι καθαρά οικονομικοτεχνική χωρίς να μπαίνει στον πειρασμό της υποκειμενικότητας, μέσω πολιτικών ευθυνών, άθλημα που μόνο η ελληνική πολιτική σκηνή επιδιδίδεται με σχολαστικότητα.

Έχει γίνει πλέον αντιληπτό σε όλους, ότι η εισαγωγή του ευρώ στην ελληνική οικονομία, μαζί με την αισιοδοξία του μέσου Έλληνα, επέφερε και ένα σωρό φαινόμενα, τα οποία είναι αποσυνδεδεμένα με την προ του 2000 εποχή, και ότι σε κάθε περίπτωση η χρήση ενός ακριβού νομίσματος σε μία σχετικά καθυστερημένη οικονομία, είναι ένας παράγοντας αποσταθεροποίησης και υποανάπτυξης.

Οι τεχνικοί κανόνες της οικονομίας, μας υποδεικνύουν ότι ένα ακριβό νόμισμα, μειώνει δραματικά την εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας, αφού ο κάτοχος φθηνότερου νομίσματος είναι πιο ανταγωνιστικός στις διεθνείς αγορές πουλώντας προιόντα σε χαμηλότερες τιμές. Αντιθέτως η εισαγωγική ικανότητα της οικονομίας γίνεται εγαλύτερη αφού μπορεί να αγοράζει παραπάνω προιόντα με την ίδια ακριβώς ποσότητα νομισμάτων. Μία παρατεταμένη χρήση ακριβού νομίσματος (όπως είναι η περίπτωση του ευρώ το οποίο είναι ακριβότερο στις αγορές για ένα παρατεταμένο διάστημα), αναγκάζει την οικονομία σε βιομηχανική αναδιάρθρωση καθιστώντας την απλώς πελάτη των εξαγωγέων που διαθέτουν χαμηλό νόμισμα. Η μείωση των εξαγωγών, και η αυξημένη ζήτηση σε εισαγωγές αναγκάζουν την χώρα στην προσφυγή σε παρατεταμένο δανεισμό, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος και μειώνοντας την πιστοληπτική ικανότητα, ενώ παράλληλα τα δημόσια έξοδα που κατευθύνονται στις προσπάθειες αναδιάρθρωσης της οικονομίας προς το αναταγωνιστικότερον, διογκώνει το έλλειμμα του προυπολογισμού και όταν δεν προκύπτει αποτέλεσμα αυτό παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Το λογικότερον είναι να εξετάσουμε τις αντιδράσεις των χωρών εκείνων, που ανήκουν στις ισχυρές οικονομίες, και οι οποίες όπως η Ελλάδα διαθέτουν μη ανταγωνιστικό νόμισμα(δηλαδή ισχυρό). Όμως αυτό που σε μας ακόμα δεν είναι ευδιάκριτο, οι ισχυρές οικονομίες το έχουν επιλύσει σε όλη την μεταπολεμική περίοδο σκεπτόμενοι απλώς με αριθμούς. Έτσι για παράδειγμα, η Ελβετία γνωρίζοντας ότι με το Ελβετικό φράγκο δεν μπορεί να στηρίξει εξαγωγές προιόντων, τα οποία οι αναπτυσσόμενες χώρες θα παρέχουν με φθηνότερο νόμισμα, προσανατολίστηκε από νωρίς στην στήριξη εξαγώγιμων προιόντων που είναι από φύσιν αδύνατο να παρέχουν ταυτόχρονα και οι αναπτυσσόμενες χώρες. Στήριξε λοιπόν ένα πεδίο προιόντων σύνθετων τεχνολογικά (όπως για παράδειγμα είναι τα ελβετικά ρολόγια), τα οποία δεν μπορούν να παράγουν χώρες φθηνότερου νομίσματος, με αποτέλεσμα αυτά τα προιόντα να ανταγωνίζονται ισοδύναμα που προέρχονται μόνο από χώρες ακριβότερων νομισμάτων. Έτσι το παιχνίδι γίνεται πάλι δίκαιο, και το επίπεδο των εξαγωγών παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Το να στηριχθεί μία οικονομία πάνω στην εξαγωγή σύνθετων τεχνολογικά προιόντων προυποθέτει μία ανεπτυγμένη βιομηχανική βάση, ένα εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, που από την σειρά τους προυποθέτουν στοχευμένες και μακροχρόνιες επενδύσεις σε σταθερό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι τέτοιες, που δεν ευνοούν την παραγωγή προιόντων που θα μπορούν να ανταγωνιστούν τα ισοδύναμα προιόντα των ανεπτυγμένων χωρών, ούτε ποτέ έγιναν αξιόλογες προσπάθειες σε αυτήν την κατεύθυνση, και σε συνδυασμό με την εξορισμού αδύνατη ανταγωνιστικότητα των προιόντων χαμηλής ειδικής αξίας (αν ονομάσουμε έτσι αυτά τα προιόντα που δεν απαιτούν ειδική τεχνολογική βάση), λόγω του ισχυρού νομίσματος, αυτό που μένει για την Ελλάδα είναι οι χαμηλές εξαγωγές σε συνδυασμό με την εξάρτηση μας από τις εισαγωγές, εξάρτηση που οδηγεί στην τερατοποίηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ανθρώπινου δυναμικού υψηλής κατάρτισης, το οποίο δεν αξιοποιείται σε μία αντίστοιχη βιομηχανική βάση, για την παραγωγή αυτού του σύνθετου προιόντος υψηλής ειδικής αξίας, το οποίο ανέφερα, και το οποίο χρειάζεται η Ελλάδα για να αυξηθούν οι εξαγωγές της.


Related Posts with Thumbnails