ΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ~ Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΦΩΝΗ: ΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ

19 Νοεμβρίου 2009

ΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ


Οριακή Συμπεριφορά της Αξίας.
Συγγραφέας: Ζώης Διονύσης

                Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσω  να θέσω έναν νέο ορισμό της έννοιας της αξίας των προϊόντων, που στην  ουσία θα αποτελεί μία σύμπτυξη δύο αντικρουόμενων οικονομικών θεωρήσεων. Ο ορισμός που θα δοθεί περιλαμβάνει το σκέλος της οριακής συμπεριφοράς και το σκέλος της ομαλής συμπεριφοράς του μεγέθους της αξίας. Εξετάζουμε τους  κοινωνικούς συντελεστές που διαμορφώνουν αυτό το μέγεθος σε όλο το μήκος της εμπορευματικής αλυσίδας, ενώ  θεωρούμε την λειτουργία του μοντέλου ανεξάρτητη από το κοινωνικοπολιτικό σύστημα στο οποίο λαμβάνει χώρα.
                Σύμφωνα με την βιβλιογραφία του Καρλ Μάρξ, και πιο συγκεκριμένα στον τόμο 1 του Κεφαλαίου, γίνεται ένας περιεκτικός ορισμός της αξίας και μία αναλυτική απόδειξη του μηχανισμού με τον οποίο αυτή διαμορφώνεται τελικά. Θεωρώντας ότι το προϊόν αποτελεί ένα φυσικό στοιχείο με χρηστικά για τον καταναλωτή χαρακτηριστικά, υποστηρίζει ότι αυτό ενθυλακώνει κατά μία έννοια την εργατική δύναμη που σπαταλήθηκε από τον ανθρώπινο παράγοντα για την παραγωγή του. Θεωρεί επιπλέον ότι η εργατική δύναμη είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό του προϊόντος, το οποίο και συμπληρώνει τον ορισμό του σαν έννοια. Περιγράφοντας την εμπορευματική διαδικασία, υποστηρίζει σε αντίστοιχα κεφάλαια, ότι το χαρακτηριστικό της χρηστικότητας είναι μία αδιάφορη μεταβλητή στην συνάρτηση διαμόρφωσης της αξίας. Θεωρείται λοιπόν ότι μόνο η μεταβλητή της ενθυλακωμένης εργατικής δύναμης δίνει το ύψος της αξίας του προϊόντος. Υπό μορφή σχέσεων θα ήταν ως εξής:
Price /Product=  labour(hours)/product + 0*(useful characteristics/product)
                Με δεδομένη την παραπάνω θεώρηση, συνεπάγεται ότι οι τιμές των  προϊόντων θα έμεναν αμετάβλητες στον χρόνο, και ίσες με την ποσότητα εργασίας που καταναλώθηκε για την παραγωγή του, η οποία είναι μη αναστρέψιμη ενέργεια με συγκεκριμένη και χρονικά αμετάβλητη τιμή . Έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παρατηρούμενη μεταβλητότητα των τιμών των προϊόντων, που ορισμένες φορές  λαμβάνει χώρα με μεγάλη ένταση στην αγορά. Δεύτερο συμπέρασμα αυτού του αξιώματος, είναι ότι ο έμπορος διαπραγματεύεται την εργατική δύναμη που κατανάλωσε για την παραγωγή του προϊόντος. Όμως ο έμπορος σαν κοινωνικό στοιχείο δεν συμμετέχει στην παραγωγή, άρα δεν έχει καταναλώσει εργατική δύναμη ώστε να την ανταλλάξει, αν θεωρήσουμε ότι μιλάμε για εργατική δύναμη παραγωγής και όχι μεταπώλησης του προϊόντος, που πολύ πιθανόν να είναι ο ορισμός που έδωσε ο Καρλ Μάρξ. Αποδείξαμε λοιπόν ότι ο ορισμός αυτός, είναι ασύμβατος με τα υπαρκτά δεδομένα της αγοράς, είναι όμως μια θεμελιώδη υπόθεση, που στηρίζει την θεωρία της υπεραξίας του ιδίου, κατά την οποία το κέρδος του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής  αποτελεί το πλεόνασμα εργατικών ωρών  του εργάτη για την παραγωγή του προϊόντος, το οποίο(πλεόνασμα) προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα στον εργοδότη.
                Σύμφωνα με την φιλελεύθερη φιλολογία και βιβλιογραφία, που έχει γίνει κλασσική θεώρηση της αγοράς, η αξία ενός προϊόντες διαμορφώνεται από την δράση των δυνάμεων της προσφοράς και της ζήτησης. Σε αυτήν την θεώρηση, η αξία του προϊόντος αποτελεί μία κοινωνική διαδικασία και όχι μια ατομική υπόθεση του εργάτη, στην οποία διαδικασία, η χρηστική αξία του προϊόντος διαδραματίζει έναν κεντρικό ρόλο. Και αυτό γιατί θεωρείται ότι στην εμπορευματική συναλλαγή,  οι κοινωνικοί συντελεστές παραγωγός-έμπορος-πελάτης, αναλογίζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την διαθεσιμότητα και χρησιμότητα  των χρηστικών χαρακτηριστικών του προϊόντος στην αγορά, και αναλόγως του βαθμού της διαθεσιμότητας ή της  χρησιμότητας, συνδιαμορφώνουν την τελική τιμή του προϊόντος, βάσει αυτής της θεώρησης.
                Η θεώρηση αυτή, αν και μπορεί να εξηγήσει ιδανικά, τις μικρές διακυμάνσεις της αξίας στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτές οι τιμές δεν μπορούν να περιοριστούν είτε  κάτω από ελάχιστες τιμές είτε παραπάνω από κάποιες μέγιστες τιμές. Αν για παράδειγμα θεωρήσουμε ακραίες συνθήκες αγοράς, με υπερβολική προσφορά και ελάχιστη ζήτηση, η αξία του προϊόντος στο θεωρητικό μοντέλο, ή έστω από την πλευρά του εμπόρου(που δεν καταναλώνει εργατική δύναμη), θα έπρεπε να εκμηδενίζεται. Σε ουκ ολίγες όμως περιπτώσεις, με τέτοιες συνθήκες, η αγορά απλώς δεν λειτουργεί, αφού ο παραγωγός προτιμάει να καταστρέψει τον καρπό των κόπων του, το προϊόν, παρά να το πουλήσει τελικά σε χαμηλότατες τιμές(που μπορεί να είναι και λίγο μεγαλύτερες του κόστους).Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούμε και στις αντίθετες ακραίες συνθήκες(μέγιστη ζήτηση, χαμηλή προσφορά), όπου ο καταναλωτής εκτιμά υπερτιμημένη την αξία του προϊόντος σε σχέση με την ανταλλακτική αξία(χρήμα) που ο ίδιος θα δώσει, και που αντιστοιχεί σε μία συγκεκριμένη εργατική δύναμη που έχει ξοδέψει.
                 Συμπερασματικά, το μοντέλο αυτό, δεν μπορεί να εξηγήσει, τον λόγο που η εμπορευματική διαδικασία αυτοκαταργείται, όταν ο ένας από τους δύο συντελεστές προσπαθήσει να ακολουθήσει τιμές έξω από ένα συγκεκριμένο εύρος, ακόμα και όταν οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέπουν.
                Τα πραγματικά δεδομένα θα μπορούσαν να αντιστοιχηθούν, σε ένα μοντέλο που θα αποτελούσε σύμπτυξη των δύο παραπάνω μοντέλων. Ο  μαθηματικός του ορισμός θα είναι ππροσεγγιστικά ως εξής:
Price= Labouramount *(1+ Demand- 1/Supply)

Case1: Demand->     Supply->0     Price-> undefined
 ( η αγορά δεν λειτουργεί).
Case 2: Demand-> 0  Supply-> ∞      Price-> Labouramount  
(στην ουσία η αγορά επίσης δεν λειτουργεί).
Demand=c1  Supply=c2   Price-> Labouramount*(1+1/c1-1/c2)
 (εδώ έχουμε φυσιολογικές τιμές, με τις οποίες μπορεί να λειτουργήσει η αγορά).
Θεωρούμε ότι,
Labouramount< max_money_given_by_consumer.

                Σύμφωνα λοιπόν και με τις παραπάνω σχέσεις, η αξία διαμορφώνεται βάσει της σταθεράς της ενθυλακωμένης εργατικής δύναμης του προιόντος (που είναι το κατώτατο όριο διαμόρφωσης της τιμής), και με το πλεόνασμα τιμής του οποίου η διακύμανση εξαρτάται από την σύνθεση των δύο αντίθετων δυνάμεων της αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης. Οι δυνάμεις αυτές στην ουσία αποτελούν στοιχεία της χρηστικότητας του προϊόντος, και συγκεκριμένα η ζήτηση εκφράζει την χρησιμότητα της χρηστικότητας του προιόντος ενώ η προσφορά το μέγεθος της διαθεσιμότητας αυτής της χρηστικότητας του προϊόντος. Όπως ορίζω και στις παραπάνω εξισώσεις, η τελική αξία του προϊόντος κινείται σε ένα εύρος τιμών, με κατώτατο την ενθυλακωμένη εργατική δύναμη στο προϊόν και ανώτατο την αντίληψη του πελάτη για το όριο πάνω από το οποίο, το προσφερόμενο προϊόν διεκδικεί τιμή υπερβολικά αναντίστοιχη της εργατικής δύναμης που απαιτείται για να παραχτεί, και αναντίστοιχη της εργατικής δύναμης που ξόδεψε ο καταναλωτής για να αποκτήσει την αγοραστική δύναμη που απαιτείται από το προϊόν.
                Στην πραγματική ζωή, αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός διαπραγματεύεται την τιμή πώλησης του προϊόντος του μέχρι μία κατώτατη τιμή. Αν ο έμπορος λόγω χαμηλής ζήτησης, διεκδικήσει χαμηλότερη τιμή, ακόμα και αν αυτή είναι μεγαλύτερη του κόστους, ο παραγωγός θα προτιμήσει να πετάξει το προϊόν του, παρά να συμβιβαστεί με τιμή χαμηλότερη από την εργατική δύναμη συν το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Άρα η αγορά δεν θα λειτουργήσει.
                Στις αντίθετες συνθήκες, αν ο έμπορος επιχειρήσει λόγω ζήτησης, να τιμολογήσει πάνω από ένα όριο το προς πώληση αγαθό, ο καταναλωτής θα αναλογιστεί τις εργατοώρες προσωπικής του εργασίας  που αντιστοιχούν σε αυτήν την τιμή, και δεν θα προχωρήσει στην αγορά, θα προτιμήσει δηλαδή να στερηθεί της χρηστικής του αξίας και να μην ικανοποιήσει μέσω του προϊόντος τις ανάγκες του. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν λειτουργεί η νόμιμη αγορά, και λαμβάνει δράση συνήθως η μαύρη αγορά.
                Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου δηλαδή επικρατούν φυσιολογικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, οι δυνάμεις αυτές διακυμαίνουν το πλεόνασμα τιμής που προστίθεται στην τιμή της εργατικής δύναμης για την παραγωγή του προϊόντος.


Related Posts with Thumbnails