21 Ιουλίου 2011

κρίση χρέος πτώχευση Eλλάδα ΔΝΤ Τρόικα Γερμανία Μέρκελ δραχμή 2010 ανεργία φτώχεια οικονομία ύφεση τράπεζες

Το πρώτο ελεύθερα διανεμόμενο μέσω διαδικτύου επιστημονικό έργο. Ένα αποδεικτικό δοκίμιο με θέμα την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την Ευρωπαϊκή κρίση χρέους που διατυπώνει μία σύγχρονη και εφαρμόσιμη πρόταση μεταρρύθμισης του νομισματικού συστήματος της Ελληνικής οικονομίας. 





keywords: κρίση χρέος πτώχευση Eλλάδα ΔΝΤ Τρόικα Γερμανία Μέρκελ δραχμή 2010 ανεργία φτώχεια οικονομία ύφεση τράπεζες

4 Δεκεμβρίου 2010

ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ



Η εργασία αυτή θέτει ως αρχικό στόχο τον ορισμό του οικονομικού κύκλου όπως αυτός είναι αντιληπτός στις σύγχρονες χρηματοπιστωτικές κοινωνίες. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει, τα οποία κατεξοχήν αφορούν την ασυνδετική σχέση των τραπεζικών δραστηριοτήτων και της πραγματικής οικονομίας, επικουρούν τον ισχυρισμό για την ανάγκη μεταρρύθμισης του τραπεζικού συστήματος που θα το τοποθετεί πλέον στην θέση του «ρεαλιστικού κοινωνικού σχεδιαστή».
.Η εξέταση του κύκλου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οικονομία εμπεριέχει ανισορροπίες και υπερβολές οι οποίες είναι παράγωγα του τραπεζικού συστήματος. Ο σχεδιασμός της οικονομίας έως τώρα μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι αναπαράγει την ίδια την υπερτίμηση των αξιών της αγοράς, οδηγώντας σε φρούδες προσδοκίες από την πλευρά των παραγόντων της οικονομίας. Ο μετασχηματισμός των τελευταίων δεκαετιών που οδήγησε στο φιλελεύθερο «άνοιγμα» του τραπεζικού συστήματος δημιουργώντας πολλαπλές και ανεξέλεγκτες πηγές χρηματοδότησης επιβάρυνε τα χείρω την όλη διαδικασία των οικονομικών κύκλων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση στην διεθνή βιβλιογραφία των όρων «σκιώδες» τραπεζικό σύστημα και των σούπερ-κύκλων.
Το τραπεζικό σύστημα μετά το μεγάλο κράχ του 1929, δομήθηκε πάνω σε αυστηρούς όρους, με συνεχή και εντατική κρατική ρύθμιση έχοντας κατά νου την ανάγκη για αποφυγή ανισορροπιών που θα αμφισβητούσαν μετέπειτα την αξιοπιστία των τραπεζικών θεσμών και των εγγυημένων ανεξάρτητων από την πληροφορία συναλλαγών. Αυτοί οι όροι δεν εγγυήθηκαν μία γραμμική ανάπτυξη έως τώρα, ωστόσο γραμμικοποιούσαν σε καλά προσεγγιστικά επίπεδα την αναπόφευκτη εκθετική ή 2ας τάξης συμπεριφορά της αναπτυξιακής πορείας των οικονομιών. Οι κρατικές πολιτικές στην μετά του Κραχ εποχή άφηναν περιθώρια μόνο για ένα ελιτίστικο τραπεζικό σύστημα, του οποίου σε γενικές γραμμές η δραστηριότητα ήταν ελεγχόμενη από τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Κυρίαρχη φιλοσοφία των πιστωτικών συναλλαγών της εποχής ήταν η σύνδεση της πίστωσης με  παραγωγικούς στόχους. Η έννοια του κέρδους  πραγματοποιούνταν πάνω στις απολαβές της υγιούς ανάπτυξης δηλαδή της παραγωγικής δραστηριότητας.
Μια σειρά από παράγοντες επέφεραν τον μετασχηματισμό του πυρήνα του τραπεζικού συστήματος. Οι έννοιες του κρατικού παρεμβατισμού και της ελεγχόμενης  οικονομίας υποχώρησαν κάτω από τις σκοπιμότητες  των υποστηρικτών του «αόρατου χεριού (μοχλού)» της οικονομίας. Αυτό επέφερε την ανάπτυξη του αποκαλούμενου σκιώδους τραπεζικού συστήματος, το οποίο είχε στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του την συναλλαγή  χρεών  και ρίσκων και την απομύζηση κερδών μέσω πρόκλησης σκοπιμοτήτων. Έκαναν λοιπόν εμφάνιση μία σειρά από κεφαλαιουχικοί οργανισμοί που λειτουργούσαν, ανεξάρτητα από το προγενέστερο τραπεζικό σύστημα, προκαλώντας αδυσώπητο ανταγωνισμό και αναγκάζοντας εντέλει τους υγιείς παρόχους χρήματος να λειτουργούν με κερδοσκοπικά κριτήρια ώστε να περισώσουν τα μερίδια αγοράς τους. Το αποτέλεσμα της δραστηριότητας των σκοπιμοτήτων είναι η αμφισβήτηση και η αναξιοπιστία των κυρίαρχων θεσμών της οικονομίας ή αλλιώς του ίδιου του δαπέδου της οικονομίας. Οι εγγυημένες ασφαλείς η άλλως ανεξάρτητες της πληροφόρησης συναλλαγές  έγιναν πλέον ιστορία, κάτι που επέφερε  άρνηση επενδύσεων και επικινδυνότητα στις συναλλαγές.
Επιστρέφοντας στην ανάλυση του οικονομικού κύκλου, αξίζει να παρατηρήσουμε τον γενικό κανόνα λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος όπως αναλυτικά αυτός ορίζεται στον κανονισμό “Modern Money Mechanics” που εκδίδει η FED. Σε αυτό γίνεται σαφής αναφορά της μεθόδου πιστωτικής επέκτασης που κατά κύριο λόγο υλοποιεί το σύνολο του διεθνούς τραπεζικού συστήματος.  Όπως κάθε επιχείρηση έτσι και οι τράπεζες δραστηριοποιούνται με βάση την αρχή της πλήρους εκμετάλλευσης των επιχειρησιακών πόρων ώστε αυτοί να αποδώσουν κέρδος.  Βάσει αυτής της λογικής οι καταθέσεις μίας τράπεζας αποτελούν μη παραγωγικούς πόρους που πρέπει να ενταχθούν σε πιστωτικές δραστηριότητες για να επιφέρουν κέρδη. Το ακριβές ποσό της πιστωτικής πρόωθησης των καταθέσεων ορίζεται στο ποσοστό του 10%, καθότι αυτό είναι το παρατηρούμενο ποσοστό άνάληψης των καταθέσεων σε φυσιολογικές συνθήκες εξαιρούμενης δηλαδή της περίπτωσης μαζικών αναλήψεων. Επομένως υπό την εξέταση του συνόλου του τραπεζικού κλάδου, οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να κατακρατούν μόνο το 10% των καταθέσεων, τοποθετώντας το υπόλοιπο ποσοστό σε πιστωτικά προιόντα. Την ίδια πρακτική μπορεί να ακολουθήσει και για το ποσοστό του 90% αφού αυτό πλέον θα είναι καταχωρημένο ως κατάθεση. Η αλληλουχία των πιστωτικών δραστηριοτήτων καταλήγει στην εικονική δημιουργία 10-πλάσιων (του αρχικού πραγματικού) κεφαλαίων. Ο πολλαπλασιασμός του κινούμενου στην αγορά κεφαλαίου, σαφώς δεν αποτελεί μέρος κάποιου σχεδίου, αλλά είναι έμμεση μη-σχεδιασμένη απόρροια της συμπεριφοράς των τραπεζών ως μία επιχειρηματική οντότητα, αντί ως θεσμού  πρόωθησης/ρύθμισης της οικονομικής λειτουργίας. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι αποτέλεσμα της αντίληψης των καταθέσεων ως επιχειρηματικούς πόρους και των πιστωτικών δραστηριοτήτων ως εργαλεία ανάπτυξης κέρδους. Όμως την ίδια στιγμή οι τράπεζες διαχειρίζονται μία ευαίσθητη λειτουργία του συστήματος, τις επενδυτικές δραστηριότητες . Ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων σε τέτοια ακραία σημεία, αν και έμμεσος, επιδιώκει από την αγορά το ίδιο ακραίους ρυθμούς παραγωγικότητας για να παραμείνουν οι τραπεζικές δραστηριότητες λειτουργικές. Οι τράπεζες χωρίς την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου σχεδίου, εμμέσως λαμβάνουν ως προυπόθεση πιστώσεων, την πολλαπλασιαστική παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας. Το έμμεσο αλλά φιλόδοξο αυτό σχέδιο, δεν ανταποκρίνεται στην δυναμική της αγοράς, ενώ παράλληλα δημιουργεί στρεβλώσεις και ψευδαισθήσεις παραγωγικότητας που γρήγορα γίνονται αντιληπτές ώστε μετά να ακολουθήσει η διόρθωση των  οικονομικών δεδομένων. Οι ψευδαισθήσεις παραγωγικότητας αν και επιφέρουν μικροπρόθεσμη δυναμική στην αγορά, εντέλει υποσκάπτουν τα θεμέλια της παρασύροντας σε μερικές περιπτώσεις και εθνικές οικονομίες στο χάος.

Πιο συγκεκριμένα, ο πολλαπλασιασμός (ή 10σμός) των διακινούμενων κεφαλαίων έχει δύο άμεσες επιπτώσεις. Η ύπαρξη κεφαλαίων στην αγορά δημιουργεί καταναλωτικές ικανότητες που πληθωρίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες. Σε δεύτερο πλάνο, γίνεται επενδυτική κατανάλωση αυτών των κεφαλαίων, τα οποία προσφέρουν στην συνέχεια μαζική απασχόληση. Η μαζική απασχόληση επηρεάζει στο θετικότερο την καταναλωτική ψυχολογία, λειτουργώντας ως μία ενισχυτική δύναμη πληθωριστικών πιέσεων. Ο πληθωρισμός σε αυτό το επίπεδο δεν είναι εύκολα αντιληπτός. Οι πιστωτικές συμφωνίες που συνάπτονται σε αυτό το στάδιο, θα πρέπει να θεωρήσουμε εκ προιμίου ότι είναι πληθωρισμένες (υπερτιμημένες υποθήκες, υπερτιμημένη ικανότητα αποπληρωμής κ.α.) άρα εμπεριέχουν πολλαπλά ρίσκα τα οποία θα είναι εμφανή κατά την συνολική διόρθωση, και τα οποία  συνταρράσουν την μακροημέρευση της πιστωτικής δραστηριότητας. Η κοινή διαπίστωση είναι ότι ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων άμεσα ή έμμεσα πληθωρίζει το χρήμα και τις αγορές. Ο πληθωρισμός σαν δύναμη είναι αρκετά δύσκολος να υποταχθεί, ενώ ανατροφοδοτείται από την ίδια την φύση  του. Και αυτό γιατί αναπόφευκτα το πληθωρισμένο χρήμα θα υποτιμήσει το εθνικό νόμισμα, άρα θα κάνει πιο ακριβές τις εθνικές εισαγωγές. Θεωρητικά αυτό θα αντισταθμισθεί από τις πιο φθηνές εξαγωγές, αν όμως δεν υπάρχει απόλυτη αύξηση του αριθμού των εξαγωγών (πιθανό λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού) αυτό μπορεί να επιφέρει και μείωση των εξαγωγικών απολαβών.
Ο πληθωρισμός λοιπόν ανατροφοδοτεί τον εαυτό του, και μόνο οι τράπεζες είναι ικανές να τον περιορίσουν μειώνοντας την συνολική κυκλοφορία. Η απόφαση αυτή ωστόσο πολλές φορές δεν λαμβάνεται για λόγους κοινωνικού σχεδιασμού. Το αντίθετο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτελεί ένα μέσο διατήρησης από την πλευρά των τραπεζών του περιθωρίου κέρδους που λαμβάνουν. Ο αυξημένος πληθωρισμός μειώνει τα περιθώρια κέρδους των πιστώσεων ή αλλιώς μειώνει το αποπληθωρισμένο επιτόκιο της πίστωσης. Η μόνη λύση που απομένει είναι η αύξηση των επιτοκίων  για να αποδώσουν οι τραπεζικές δραστηριότητες κέρδος. Οι επιχειρήσεις εντείνουν την παραγωγική τους δραστηριότητα μέχρις να φτάσουν  στο από φυσικής άποψης εφικτό παραγωγικό επίπεδο. Όντας μη ικανές να εξυπηρετήσουν τις φιλόδοξες πιστωτικές προσδοκίες των τραπεζών αυτοπεριορίζονται. Επιπλέον μειώνοντας κάθετα το διακινούμενο χρήμα η οικονομία «γδύνει» τις μη-παραγωγικές δραστηριότητες που ο πολλαπλασιασμός των κεφαλαίων προηγουμένως είχε δημιουργήσει. Αναπόφευκτα οι επενδυτικές δραστηριότητες υποχωρούν, ιδιαίτερα οι άμεσα εξαρτημένες από την πιστωτική τροφοδοσία. Η απασχόληση όντας άμεσα εξαρτώμενη από τις επενδύσεις συνθλίβεται συμπαρασύροντας την κατανάλωση. Απουσία της κατανάλωσης, ο πληθωρισμός υποχωρεί οπότε και όλες οι πιστωτικές συμφωνίες βάσει πληθωρισμένων εγγυήσεων γίνονται ανίκανες να εξυπηρετηθούν με αποτέλεσμα την προβληματική τραπεζική δραστηριότητα.
Κατά μήκος όλου του οικονομικού κύκλου, είναι ευρέως παρατηρούμενη η διαδικασία πρόκλησης ψευδών προσδοκιών ανάπτυξης και παραγωγικότητας. Ο πιστωτικός σχεδιασμός αντιμετωπίζεται σαν κάτι αποσυνδεδεμένο από τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, καθότι  απομονώνεται η ρυθμιστική κοινωνική λειτουργία των τραπεζών και ενισχύονται οι πολιτικές πολλαπλασιαστικού κέρδους.



2 Μαρτίου 2010

Το Δομικό Πρόβλημα της μετα-ολυμπιακής Ελλάδας

Τους τελευταίους μήνες γίνεται μία τιτάνια προσπάθεια από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, για να εξηγήσουν θαρρείς το όγδοο θαύμα της ανθρωπότητας: την οικονομική οριακή χρεωοκοπία της ελληνικής οικονομίας. Στα μάτια του έλληνα αναλυτή και παρατηρητή, το πρόβλημα φαντάζει ακόμα πιο σύνθετο και πολύπλοκο, καθώς πρέπει να ερμηνεύσει το ελληνικό παράδοξο: πως το πραγματικό τρένο ανάπτυξης που βιώσαμε στους ολυμπιακούς αγώνες, κατέληξε να έχει σκουριάσει στις ράγες ενός τριτοκοσμικού σταθμού, ανήμπορο, αδύναμο με μηδενική διεθνή αξιοπρέπεια και αξιοπιστία. Η προσέγγιση του άρθρου είναι καθαρά οικονομικοτεχνική χωρίς να μπαίνει στον πειρασμό της υποκειμενικότητας, μέσω πολιτικών ευθυνών, άθλημα που μόνο η ελληνική πολιτική σκηνή επιδιδίδεται με σχολαστικότητα.

Έχει γίνει πλέον αντιληπτό σε όλους, ότι η εισαγωγή του ευρώ στην ελληνική οικονομία, μαζί με την αισιοδοξία του μέσου Έλληνα, επέφερε και ένα σωρό φαινόμενα, τα οποία είναι αποσυνδεδεμένα με την προ του 2000 εποχή, και ότι σε κάθε περίπτωση η χρήση ενός ακριβού νομίσματος σε μία σχετικά καθυστερημένη οικονομία, είναι ένας παράγοντας αποσταθεροποίησης και υποανάπτυξης.

Οι τεχνικοί κανόνες της οικονομίας, μας υποδεικνύουν ότι ένα ακριβό νόμισμα, μειώνει δραματικά την εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας, αφού ο κάτοχος φθηνότερου νομίσματος είναι πιο ανταγωνιστικός στις διεθνείς αγορές πουλώντας προιόντα σε χαμηλότερες τιμές. Αντιθέτως η εισαγωγική ικανότητα της οικονομίας γίνεται εγαλύτερη αφού μπορεί να αγοράζει παραπάνω προιόντα με την ίδια ακριβώς ποσότητα νομισμάτων. Μία παρατεταμένη χρήση ακριβού νομίσματος (όπως είναι η περίπτωση του ευρώ το οποίο είναι ακριβότερο στις αγορές για ένα παρατεταμένο διάστημα), αναγκάζει την οικονομία σε βιομηχανική αναδιάρθρωση καθιστώντας την απλώς πελάτη των εξαγωγέων που διαθέτουν χαμηλό νόμισμα. Η μείωση των εξαγωγών, και η αυξημένη ζήτηση σε εισαγωγές αναγκάζουν την χώρα στην προσφυγή σε παρατεταμένο δανεισμό, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος και μειώνοντας την πιστοληπτική ικανότητα, ενώ παράλληλα τα δημόσια έξοδα που κατευθύνονται στις προσπάθειες αναδιάρθρωσης της οικονομίας προς το αναταγωνιστικότερον, διογκώνει το έλλειμμα του προυπολογισμού και όταν δεν προκύπτει αποτέλεσμα αυτό παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Το λογικότερον είναι να εξετάσουμε τις αντιδράσεις των χωρών εκείνων, που ανήκουν στις ισχυρές οικονομίες, και οι οποίες όπως η Ελλάδα διαθέτουν μη ανταγωνιστικό νόμισμα(δηλαδή ισχυρό). Όμως αυτό που σε μας ακόμα δεν είναι ευδιάκριτο, οι ισχυρές οικονομίες το έχουν επιλύσει σε όλη την μεταπολεμική περίοδο σκεπτόμενοι απλώς με αριθμούς. Έτσι για παράδειγμα, η Ελβετία γνωρίζοντας ότι με το Ελβετικό φράγκο δεν μπορεί να στηρίξει εξαγωγές προιόντων, τα οποία οι αναπτυσσόμενες χώρες θα παρέχουν με φθηνότερο νόμισμα, προσανατολίστηκε από νωρίς στην στήριξη εξαγώγιμων προιόντων που είναι από φύσιν αδύνατο να παρέχουν ταυτόχρονα και οι αναπτυσσόμενες χώρες. Στήριξε λοιπόν ένα πεδίο προιόντων σύνθετων τεχνολογικά (όπως για παράδειγμα είναι τα ελβετικά ρολόγια), τα οποία δεν μπορούν να παράγουν χώρες φθηνότερου νομίσματος, με αποτέλεσμα αυτά τα προιόντα να ανταγωνίζονται ισοδύναμα που προέρχονται μόνο από χώρες ακριβότερων νομισμάτων. Έτσι το παιχνίδι γίνεται πάλι δίκαιο, και το επίπεδο των εξαγωγών παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Το να στηριχθεί μία οικονομία πάνω στην εξαγωγή σύνθετων τεχνολογικά προιόντων προυποθέτει μία ανεπτυγμένη βιομηχανική βάση, ένα εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, που από την σειρά τους προυποθέτουν στοχευμένες και μακροχρόνιες επενδύσεις σε σταθερό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι τέτοιες, που δεν ευνοούν την παραγωγή προιόντων που θα μπορούν να ανταγωνιστούν τα ισοδύναμα προιόντα των ανεπτυγμένων χωρών, ούτε ποτέ έγιναν αξιόλογες προσπάθειες σε αυτήν την κατεύθυνση, και σε συνδυασμό με την εξορισμού αδύνατη ανταγωνιστικότητα των προιόντων χαμηλής ειδικής αξίας (αν ονομάσουμε έτσι αυτά τα προιόντα που δεν απαιτούν ειδική τεχνολογική βάση), λόγω του ισχυρού νομίσματος, αυτό που μένει για την Ελλάδα είναι οι χαμηλές εξαγωγές σε συνδυασμό με την εξάρτηση μας από τις εισαγωγές, εξάρτηση που οδηγεί στην τερατοποίηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ανθρώπινου δυναμικού υψηλής κατάρτισης, το οποίο δεν αξιοποιείται σε μία αντίστοιχη βιομηχανική βάση, για την παραγωγή αυτού του σύνθετου προιόντος υψηλής ειδικής αξίας, το οποίο ανέφερα, και το οποίο χρειάζεται η Ελλάδα για να αυξηθούν οι εξαγωγές της.


2 Ιανουαρίου 2010

Πρόσεξε τα νύχια σου...

Νομίζεις είναι όμορφο να παίζεις τις χορδές,
και πάντα πως σου άρεσε να τις γρατζουνάς με τα κόκκινα σου νύχια,
γρατζούναγες και έτρεμαν οι χορδές, ουρλιαχτό θαρώ ανθρώπινο θα βγάζαν,
Νομίζεις είναι όμορφο να παίζεις τις χορδές.


Τα μάτια σου γυαλίζανε, σαν έσκιζες την σάρκα,
θαρώ πως θα ενόμιζες πως ήτανε για πλάκα,
πως η σάρκα ανθρώπου ότι δεν ήτανε,
και πως ήταν ξύλινη σαν την ματρόσκα
που σου δινε η μάνα σου απο μικρή να παίζεις.


Έτσι και τώρα ακόμα κάνεις,
θαρρείς ότι αμά σπάσει ο πρώτος κούκλος,
από μέσα της θα βγεί ο άλλος,
και πως πάντα θα μπορείς,
τους κούκλους να ματώνεις.


Θα πάρει καιρό δεν ξερω και αν θα μπορέσεις,
να μάθεις πως η ευκαιρία στην ζωή,
δεν έχει δεύτερη ματρόσκα..

12 Δεκεμβρίου 2009

Μοίρα μου αδύναμη σαν αγκουρέτο

Ποιά μ'αγαπάει σήμερα,όχι απο συνήθεια ούτε απο οίκτο,
Ποιά μ'αγαπούσε χθές, στο βαθυκά του ανθρώπινου σκαριού μου,
Ποιά θα μ'αγαπάει αύριο,
δεν θα 'ρχεται για το λαμπίρισμα της γυάλας,
και θα πονάει τα ραγίσματα που μου φυλάει ο καιρός;
Και ποια μοίρα θέλει να μας μισήσει,
το μικρό μας αγκουρέτο θα ξεθάψει,
και μεσοπέλαγα στην αντάρα θα μας πετάξει;

19 Νοεμβρίου 2009

ΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ


Οριακή Συμπεριφορά της Αξίας.
Συγγραφέας: Ζώης Διονύσης

                Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσω  να θέσω έναν νέο ορισμό της έννοιας της αξίας των προϊόντων, που στην  ουσία θα αποτελεί μία σύμπτυξη δύο αντικρουόμενων οικονομικών θεωρήσεων. Ο ορισμός που θα δοθεί περιλαμβάνει το σκέλος της οριακής συμπεριφοράς και το σκέλος της ομαλής συμπεριφοράς του μεγέθους της αξίας. Εξετάζουμε τους  κοινωνικούς συντελεστές που διαμορφώνουν αυτό το μέγεθος σε όλο το μήκος της εμπορευματικής αλυσίδας, ενώ  θεωρούμε την λειτουργία του μοντέλου ανεξάρτητη από το κοινωνικοπολιτικό σύστημα στο οποίο λαμβάνει χώρα.
                Σύμφωνα με την βιβλιογραφία του Καρλ Μάρξ, και πιο συγκεκριμένα στον τόμο 1 του Κεφαλαίου, γίνεται ένας περιεκτικός ορισμός της αξίας και μία αναλυτική απόδειξη του μηχανισμού με τον οποίο αυτή διαμορφώνεται τελικά. Θεωρώντας ότι το προϊόν αποτελεί ένα φυσικό στοιχείο με χρηστικά για τον καταναλωτή χαρακτηριστικά, υποστηρίζει ότι αυτό ενθυλακώνει κατά μία έννοια την εργατική δύναμη που σπαταλήθηκε από τον ανθρώπινο παράγοντα για την παραγωγή του. Θεωρεί επιπλέον ότι η εργατική δύναμη είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό του προϊόντος, το οποίο και συμπληρώνει τον ορισμό του σαν έννοια. Περιγράφοντας την εμπορευματική διαδικασία, υποστηρίζει σε αντίστοιχα κεφάλαια, ότι το χαρακτηριστικό της χρηστικότητας είναι μία αδιάφορη μεταβλητή στην συνάρτηση διαμόρφωσης της αξίας. Θεωρείται λοιπόν ότι μόνο η μεταβλητή της ενθυλακωμένης εργατικής δύναμης δίνει το ύψος της αξίας του προϊόντος. Υπό μορφή σχέσεων θα ήταν ως εξής:
Price /Product=  labour(hours)/product + 0*(useful characteristics/product)
                Με δεδομένη την παραπάνω θεώρηση, συνεπάγεται ότι οι τιμές των  προϊόντων θα έμεναν αμετάβλητες στον χρόνο, και ίσες με την ποσότητα εργασίας που καταναλώθηκε για την παραγωγή του, η οποία είναι μη αναστρέψιμη ενέργεια με συγκεκριμένη και χρονικά αμετάβλητη τιμή . Έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την παρατηρούμενη μεταβλητότητα των τιμών των προϊόντων, που ορισμένες φορές  λαμβάνει χώρα με μεγάλη ένταση στην αγορά. Δεύτερο συμπέρασμα αυτού του αξιώματος, είναι ότι ο έμπορος διαπραγματεύεται την εργατική δύναμη που κατανάλωσε για την παραγωγή του προϊόντος. Όμως ο έμπορος σαν κοινωνικό στοιχείο δεν συμμετέχει στην παραγωγή, άρα δεν έχει καταναλώσει εργατική δύναμη ώστε να την ανταλλάξει, αν θεωρήσουμε ότι μιλάμε για εργατική δύναμη παραγωγής και όχι μεταπώλησης του προϊόντος, που πολύ πιθανόν να είναι ο ορισμός που έδωσε ο Καρλ Μάρξ. Αποδείξαμε λοιπόν ότι ο ορισμός αυτός, είναι ασύμβατος με τα υπαρκτά δεδομένα της αγοράς, είναι όμως μια θεμελιώδη υπόθεση, που στηρίζει την θεωρία της υπεραξίας του ιδίου, κατά την οποία το κέρδος του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής  αποτελεί το πλεόνασμα εργατικών ωρών  του εργάτη για την παραγωγή του προϊόντος, το οποίο(πλεόνασμα) προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα στον εργοδότη.
                Σύμφωνα με την φιλελεύθερη φιλολογία και βιβλιογραφία, που έχει γίνει κλασσική θεώρηση της αγοράς, η αξία ενός προϊόντες διαμορφώνεται από την δράση των δυνάμεων της προσφοράς και της ζήτησης. Σε αυτήν την θεώρηση, η αξία του προϊόντος αποτελεί μία κοινωνική διαδικασία και όχι μια ατομική υπόθεση του εργάτη, στην οποία διαδικασία, η χρηστική αξία του προϊόντος διαδραματίζει έναν κεντρικό ρόλο. Και αυτό γιατί θεωρείται ότι στην εμπορευματική συναλλαγή,  οι κοινωνικοί συντελεστές παραγωγός-έμπορος-πελάτης, αναλογίζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την διαθεσιμότητα και χρησιμότητα  των χρηστικών χαρακτηριστικών του προϊόντος στην αγορά, και αναλόγως του βαθμού της διαθεσιμότητας ή της  χρησιμότητας, συνδιαμορφώνουν την τελική τιμή του προϊόντος, βάσει αυτής της θεώρησης.
                Η θεώρηση αυτή, αν και μπορεί να εξηγήσει ιδανικά, τις μικρές διακυμάνσεις της αξίας στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτές οι τιμές δεν μπορούν να περιοριστούν είτε  κάτω από ελάχιστες τιμές είτε παραπάνω από κάποιες μέγιστες τιμές. Αν για παράδειγμα θεωρήσουμε ακραίες συνθήκες αγοράς, με υπερβολική προσφορά και ελάχιστη ζήτηση, η αξία του προϊόντος στο θεωρητικό μοντέλο, ή έστω από την πλευρά του εμπόρου(που δεν καταναλώνει εργατική δύναμη), θα έπρεπε να εκμηδενίζεται. Σε ουκ ολίγες όμως περιπτώσεις, με τέτοιες συνθήκες, η αγορά απλώς δεν λειτουργεί, αφού ο παραγωγός προτιμάει να καταστρέψει τον καρπό των κόπων του, το προϊόν, παρά να το πουλήσει τελικά σε χαμηλότατες τιμές(που μπορεί να είναι και λίγο μεγαλύτερες του κόστους).Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούμε και στις αντίθετες ακραίες συνθήκες(μέγιστη ζήτηση, χαμηλή προσφορά), όπου ο καταναλωτής εκτιμά υπερτιμημένη την αξία του προϊόντος σε σχέση με την ανταλλακτική αξία(χρήμα) που ο ίδιος θα δώσει, και που αντιστοιχεί σε μία συγκεκριμένη εργατική δύναμη που έχει ξοδέψει.
                 Συμπερασματικά, το μοντέλο αυτό, δεν μπορεί να εξηγήσει, τον λόγο που η εμπορευματική διαδικασία αυτοκαταργείται, όταν ο ένας από τους δύο συντελεστές προσπαθήσει να ακολουθήσει τιμές έξω από ένα συγκεκριμένο εύρος, ακόμα και όταν οι συνθήκες της αγοράς το επιτρέπουν.
                Τα πραγματικά δεδομένα θα μπορούσαν να αντιστοιχηθούν, σε ένα μοντέλο που θα αποτελούσε σύμπτυξη των δύο παραπάνω μοντέλων. Ο  μαθηματικός του ορισμός θα είναι ππροσεγγιστικά ως εξής:
Price= Labouramount *(1+ Demand- 1/Supply)

Case1: Demand->     Supply->0     Price-> undefined
 ( η αγορά δεν λειτουργεί).
Case 2: Demand-> 0  Supply-> ∞      Price-> Labouramount  
(στην ουσία η αγορά επίσης δεν λειτουργεί).
Demand=c1  Supply=c2   Price-> Labouramount*(1+1/c1-1/c2)
 (εδώ έχουμε φυσιολογικές τιμές, με τις οποίες μπορεί να λειτουργήσει η αγορά).
Θεωρούμε ότι,
Labouramount< max_money_given_by_consumer.

                Σύμφωνα λοιπόν και με τις παραπάνω σχέσεις, η αξία διαμορφώνεται βάσει της σταθεράς της ενθυλακωμένης εργατικής δύναμης του προιόντος (που είναι το κατώτατο όριο διαμόρφωσης της τιμής), και με το πλεόνασμα τιμής του οποίου η διακύμανση εξαρτάται από την σύνθεση των δύο αντίθετων δυνάμεων της αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης. Οι δυνάμεις αυτές στην ουσία αποτελούν στοιχεία της χρηστικότητας του προϊόντος, και συγκεκριμένα η ζήτηση εκφράζει την χρησιμότητα της χρηστικότητας του προιόντος ενώ η προσφορά το μέγεθος της διαθεσιμότητας αυτής της χρηστικότητας του προϊόντος. Όπως ορίζω και στις παραπάνω εξισώσεις, η τελική αξία του προϊόντος κινείται σε ένα εύρος τιμών, με κατώτατο την ενθυλακωμένη εργατική δύναμη στο προϊόν και ανώτατο την αντίληψη του πελάτη για το όριο πάνω από το οποίο, το προσφερόμενο προϊόν διεκδικεί τιμή υπερβολικά αναντίστοιχη της εργατικής δύναμης που απαιτείται για να παραχτεί, και αναντίστοιχη της εργατικής δύναμης που ξόδεψε ο καταναλωτής για να αποκτήσει την αγοραστική δύναμη που απαιτείται από το προϊόν.
                Στην πραγματική ζωή, αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός διαπραγματεύεται την τιμή πώλησης του προϊόντος του μέχρι μία κατώτατη τιμή. Αν ο έμπορος λόγω χαμηλής ζήτησης, διεκδικήσει χαμηλότερη τιμή, ακόμα και αν αυτή είναι μεγαλύτερη του κόστους, ο παραγωγός θα προτιμήσει να πετάξει το προϊόν του, παρά να συμβιβαστεί με τιμή χαμηλότερη από την εργατική δύναμη συν το κόστος παραγωγής του προϊόντος. Άρα η αγορά δεν θα λειτουργήσει.
                Στις αντίθετες συνθήκες, αν ο έμπορος επιχειρήσει λόγω ζήτησης, να τιμολογήσει πάνω από ένα όριο το προς πώληση αγαθό, ο καταναλωτής θα αναλογιστεί τις εργατοώρες προσωπικής του εργασίας  που αντιστοιχούν σε αυτήν την τιμή, και δεν θα προχωρήσει στην αγορά, θα προτιμήσει δηλαδή να στερηθεί της χρηστικής του αξίας και να μην ικανοποιήσει μέσω του προϊόντος τις ανάγκες του. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν λειτουργεί η νόμιμη αγορά, και λαμβάνει δράση συνήθως η μαύρη αγορά.
                Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου δηλαδή επικρατούν φυσιολογικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, οι δυνάμεις αυτές διακυμαίνουν το πλεόνασμα τιμής που προστίθεται στην τιμή της εργατικής δύναμης για την παραγωγή του προϊόντος.


17 Νοεμβρίου 2009

Μουσικό Αφιέρωμα στην Ρωμιοσύνη του Πολυτεχνείου


MusicPlaylistRingtones
Create a MySpace Playlist at MixPod.com

15 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ
ΑΓΟΡΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ.
Συγγραφέας: Ζώης Διονύσης, Ηλεκτρ. Μηχανικός και Μηχ. Η/Υ , Νοέμβριος 2009
Keywords: liberisation of telecom, public investments, credit crunch.

                 Στην εποχή μας το έργο της απελευθέρωσης των Τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, έχει ολοκληρωθεί στις περισσότερες δυτικές χώρες. Aπo μία πρώτη σκοπιά, προσέφερε πολλαπλά πλεονεκτήματα σε επίπεδο υπηρεσιών, σε δεύτερο επίπεδο όμως ανέκυψαν σοβαρά ζητήματα τα οποία το σημερινό οικονομικό μοντέλο αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Το πιο απαιτητικό ζήτημα, είναι ότι λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της αβέβαιης ρυθμιστικής πολιτικής, ο ιδιωτικός τομέας, που προετοίμαζε την εισαγωγή τεχνολογιών νέας γενιάς, τώρα στέκεται αδύναμος να επενδύσει σε αυτά τα σχέδια, ώστε να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση των πελατών. Το γεγονός αυτό αποτελεί πρόβλημα της δημόσιας κοινωνικής ατζέντας, σύμφωνα και με αναφορά της International Telecommunications Union (ITU), καθώς οι επενδύσεις στις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες σε σχέση με άλλες εναλλακτικές, είναι πολύ πιο πιθανές να εγγυηθούν μία μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη η οποία θα διοχετευτεί και στους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας.
                Η προηγούμενη εικοσαετία δικαίως θεωρείται η εποχή της απελευθέρωσης των αγορών.  Η κατάργηση του μονοπωλίου της British Telecom το 1982, με την έκδοση άδειας παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών για την Mercury Telecommunications, ήταν η πρώτη πράξη απελευθέρωσης των Τηλεπικοινωνιών, που επηρέασε καταλυτικά όλο τον Ευρωπαϊκό κλάδο  την επόμενη εικοσαετία. Σύμφωνα με διάφορες έρευνες(1), η εισαγωγή του ανταγωνισμού  στην Τηλεπικοινωνιακή αγορά επέφερε μείωση στις παρεχόμενες υπηρεσίες και στα τεχνολογικά προϊόντα,  βελτιωμένη ποιότητα υπηρεσιών και πολλαπλές τεχνολογικές ξελίξεις, που οι ειδικοί θεωρούν ότι δεν θα είχαν την ίδια ένταση αν δεν είχε εισαχθεί ο ανταγωνισμός στον κλάδο.
                Πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, επισημαίνει ότι ο Τηλεπικοινωνιακός κλάδος και ειδικότερα τα ευρυζωνικά δίκτυα, αποτελούν έναν βασικό παράγοντα  οικονομικής ανάπτυξης και  εθνικής ανταγωνιστικότητας. Συγκεκριμένα, παρουσιάζει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι για κάθε αύξηση κατά 10% της ευρυζωνικής διείσδυσης παρουσιάζεται ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 1.38%. Στην αναφορά της κάνει ιδιαίτερη μνεία για την συμβολή του κλάδου, στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω των ηλεκτρονικών χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
                Ωστόσο η απελευθερωμένη αγορά αντιμετωπίζει πολλά εμπόδια, όπως η εξαγορά αδειών λειτουργίας, η ανεπαρκής κατανομή του ραδιοφάσματος, οι αργοί ρυθμοί δεδομένων και οι περιορισμένες κεφαλαιαγορές. Στις περισσότερες χώρες, η κυριαρχία των μείζονων τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων, λόγω και της ιστορικά μονοπωλιακής τους θέσης,  πλήττει ανοικτά τον ανταγωνισμό στην αγορά. Οι αδυναμίες αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν με προσεκτική ρυθμιστική πολιτική, και επανεξετάζοντας την φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος των αδειών, την βελτίωση της πρόσβασης στο ραδιοφάσμα, την επίλυση ζητημάτων του ραδιοφάσματος όπως η ψηφιακή τηλεόραση και ρυθμίζοντας την πρόσβαση στο δίκτυο για τους κυρίαρχους παίκτες της αγοράς.
                Παρόλο που οι επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να υλοποιηθούν, θεωρούνται πιο ικανές να εγγυηθούν μια μακροπρόθεσμα ισόρροπη ανάπτυξη, σε σχέση με άλλα μέτρα ανακούφισης (π.χ. μείωση της φορολογίας). Γι΄αυτό και πάρα πολλές χώρες (ανάμεσα τους και η Ελλάδα με το πλάνο για τις οπτικές ίνες), εξετάζουν νέα κρατικά χρηματοδοτικά προγράμματα για επενδύσεις σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Υπάρχει η αίσθηση, ότι μετά από την 20ετή  τάση απελευθέρωσης, για πρώτη φορά υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες παρέμβασης του κράτους στην χρηματοδότηση και ρύθμιση των εθνικών υποδομών του τομέα ICT(Information and Communications Technology).
Αναφορές:

13 Νοεμβρίου 2009

     
           ΣΥΝΑΛΛΑΣΟΜΕΝΟΙ ΣΕ ΨΗΦΙΑΚΟ ΧΡΗΜΑ
(E-COMMERCING DIGITAL MONEY)
Συγγραφέας: Ζώης Διονύσης, Ηλεκτρ. Μηχανικός και Μηχ. Η/Υ , Νοέμβριος 2009
Keywords: e-commerce, digital money, monetary economics.




Για πολλούς, το ηλεκτρονικό εμπόριο θεωρείται ίσως η δεύτερη μεγαλύτερη τεχνολογική εξέλιξη μετά τη βιομηχανική επανάσταση, καθώς εξοικονομεί χρόνο και χρήμα και μπορεί να μεταμορφώσει μια μικρή εταιρία ακόμα και σε κολοσσό. Αν όμως αναλογιστούμε ότι η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε τις παραγωγικές μας συνήθειες, ενώ το ηλεκτρονικό εμπόριο αλλάζει τις εμπορευματικές μας συνήθειες οι οποίες είναι εξίσου παλαιές, τότε εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το e-commerce αποτελεί την μεγαλύτερη επανάσταση που έχει συντελεστεί ποτέ στην ανθρωπότητα.
                  Σε αυτό το σημείο λοιπόν, λαμβάνει δράση ένα φαινόμενο της εποχής μας, το οποίο έρχεται να συνταράξει συθέμελα μια από τις βασικότερες αρχές της ελεύθερης αγοράς όπως έως τώρα την γνωρίζουμε. Η εμπορική συναλλαγή συντελούνταν εδώ και αιώνες (για να μην πούμε χιλιετίες) με μια απλή και κατανοητή διαδικασία. Ο έμπορος, αυτός που κατέχει δηλαδή ένα χρήσιμο για την κοινωνία προϊόν, διαθέτει το προϊόν του έναντι μιας ποσότητας (από τον ίδιο καθορισμένης) νομισμάτων, που ονομάζουμε χρήμα, σε ένα άλλο άτομο-πελάτη. Αυτή η τόσο απλή διαδικασία κρύβει βέβαια πολύ σύνθετους νόμους που επηρεάζουν από ελάχιστα έως καταλυτικά μια οικονομία. Ο πιο γνωστός ίσως νόμος πίσω από αυτήν την διαδικασία είναι ο νόμος της προσφοράς – ζήτησης. Σύμφωνα με αυτόν η τιμή ενός προϊόντος καθορίζεται ως εξής: Όσο η προσφορά ενός προϊόντος υπερτερεί της ζήτησης, η τιμή του παραμένει χαμηλή, ενώ όσο η ζήτηση ενός προϊόντος υπερτερεί της προσφοράς η τιμή του γίνεται όλο και μεγαλύτερη με αποτέλεσμα μεγάλο πληθωρισμό (Υπάρχει βέβαια και η μαρξιστική εκδοχή σχετικά με την δομή της έννοιας της αξίας, βάσει της οποίας η τιμή ενθυλακώνει την εργατική δύναμη παραγωγής του προϊόντος, και η οποία εκδοχή θα λέγαμε ότι ισχύει οριακά, και δεν περιγράφει το σύνολο του φαινομένου). Οι απόρροιες του νόμου της προσφοράς-ζήτησης είναι τεράστιες για τα μεγέθη της οικονομίας. Ένας αυξημένος πληθωρισμός για παράδειγμα προκαλεί μια πραγματική μείωση των κεφαλαίων και της αγοραστικής δύναμης. Έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων των τραπεζών, δηλαδή την έλλειψη κεφαλαίων στην αγορά, την μείωση δηλαδή των επενδύσεων και της ανάπτυξης, συνεπαγωγικά τα χαμηλά φορολογικά έσοδα και τα ελλειμματικά κρατικά ταμεία. Σύμφωνα με την καυδιανή λογική ένας αυξημένος πληθωρισμός είναι αποτέλεσμα και της μικρής ανεργίας, ενώ η μεγάλη ανεργία έχει σαν αποτέλεσμα τον μειούμενο πληθωρισμό. Ένας μεγάλος πληθωρισμός υπονοεί μεγάλη προσφορά χρήματος άρα μείωση της ισοτιμίας του νομίσματος, κάτι που κάνει ανταγωνιστικές τις εξαγωγές της οικονομίας, κ.ο.κ. Αυτό είναι ένα μικρό δείγμα από τις τεράστιες επιπτώσεις που έχει η διαδικασία της χρηματικής συναλλαγής.
                   Στην αυγή της χιλιετίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνταρακτικού γεγονότος. Η εδώ και αιώνες εδραιωμένη κυριαρχία της χρηματικής συναλλαγής πέφτει σαν χάρτινος πύργος μπροστά στην επιθετική τακτική του ηλεκτρονικού εμπορίου. Προς απόδειξη της παραπάνω συλλογιστικής είναι καλό να αναφέρουμε μερικά οικονομικά στοιχεία της Αμερικής η οποία αποτελεί και την πρωτοπορία σε κάθε οικονομική τάση της οικονομίας. Από έγκυρες πηγές πληροφορούμαστε ότι αυτή τη στιγμή περισσότεροι από 40.000.000 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιούνται στο ηλεκτρονικό εμπόριο και σε πολύ λίγα χρόνια ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί ραγδαία. Για παράδειγμα οι ηλεκτρονικές πωλήσεις στην Αμερική το 2007 ήταν της τάξης των 259 δισεκ. δολαρίων, αυξημένες κατά 18% σε σχέση με το 2006. Στην ουσία αποτελούν το 6% του συνόλου των εμπορικών συναλλαγών, υψηλό ποσοστό αν σκεφτούμε ότι βρισκόμαστε στην απαρχή της έκρηξης αυτού του φαινομένου. Υπολογίζεται πως το αργότερο σε 10 χρόνια όλες οι συναλλαγές θα γίνονται ηλεκτρονικά. Με άλλα λόγια, και παραμένοντας ολίγον φιλόδοξοι, το ηλεκτρονικό εμπόριο θα είναι το εμπόριο του μέλλοντος!
   Γιατί όμως συντελείται αυτή η κυριαρχία της ηλεκτρονικής κατά της χρηματικής συναλλαγής; Ποια είναι τα οφέλη αυτής; Τα οφέλη αυτής είναι πολλαπλά τόσο από την πλευρά του πελάτη όσο και από την πλευρά του εμπόρου. Χαρακτηριστικά:


•              Εύκολη και άμεση συναλλαγή μέσω πλαστικού χρήματος.
•              Οι επιχειρήσεις μειώνουν τα λειτουργικά τους κόστη.
•              Οι επιχειρήσεις αποκτούν την δυνατότητα διεύρυνσης του πελατολογίου τους στο             σύνολο της παγκόσμιας διαδικτυακής κοινότητας.
•              Τα προϊόντα είναι πιο φθηνά λόγω και του χαμηλότερου λειτουργικού κόστους.
•              Τα ηλεκτρονικά καταστήματα είναι ανοικτά 24 ώρες το 24ωρο.
•              κ.λ.π.

                Μερικοί αναλυτές (π.χ. Τράπεζα πληροφοριών ΤΕΕ) θεωρούν εσφαλμένα ότι η δυναμική του ηλεκτρονικού εμπορίου περιορίζεται στα τυποποιημένα αγαθά που δεν χρειάζονται τον αυστηρό έλεγχο του πελάτη στο προϊόν, πριν γίνει η αγορά του. Τα παραδείγματα όμως της Αμερικής δείχνουν ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο ευδοκιμεί και σε αγαθά όπως τα ρούχα ή τα λαχανικά κ.α. τα οποία κατεξοχήν απαιτούν τον άμεσο έλεγχο του πελάτη. Αναμφισβήτητα η δημιουργική καταστροφή μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου είναι αδάμαστη, ισοπεδωτικά αλλά συνάμα επαναστατικά δημιουργική. Εξαιρέσεις όπως το μικρό διάλλειμα του 2000-01 όπου παρουσιάστηκε υποχώρηση στην αγορά του Ίντερνετ, απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα αυτής της έκρηξης.  
     Υπάρχει όμως ένας οικονομικός κίνδυνος που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Η χρηματική συναλλαγή όπως γνωρίζουμε έχει κύριο συστατικό το χρήμα. Σε κάθε συναλλαγή λοιπόν παρατηρείται μια ζήτηση χρήματος από την μια μεριά του εμπόρου κάτι που μεταφράζεται και σε ισχυροποίηση του νομίσματος η την άνοδο της συναλλαγματικής του ισοτιμίας. Στην σύγχρονη εποχή όμως, που επικρατεί η ηλεκτρονική συναλλαγή δεν υπάρχει ζήτηση για χρήμα ούτε και οι συναλλαγές γίνονται σε πραγματικό χρήμα. Στην ουσία ο έμπορος στην ηλεκτρονική συναλλαγή παρουσιάζει ζήτηση για μια ηλεκτρονική μονάδα συμβολικού χρήματος και όχι για πραγματικό χρήμα. Το πραγματικό χρήμα δεν διακινείται στην αγορά αλλά παραμένει συσσωρευμένο στα τραπεζικά αποθέματα. Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι η υποτίμηση του νομίσματος, κάτι που αποτελεί μια σοβαρή «ασθένεια» του χρηματοοικονομικού συστήματος. Εκτός αυτού, η αυξανόμενη συσσώρευση πλούτου σε βάρος των επενδύσεων είναι βασικό στοιχείο υπονόμευσης της ανάπτυξης. Θεωρώ ότι αυτή η πλευρά του ηλεκτρονικού εμπορίου, ούτε έχει επισημανθεί, ούτε έχει αναλυθεί επαρκώς. Αν και αποτελεί μία αμφιλεγόμενη εκτίμηση, εισάγει μία νέα προβληματική στην οικονομική ανάλυση, η οποία στην περίπτωση που εμπεριέχει κάποια δόση αλήθειας, μας υποχρεώνει να βρούμε πολύ ευρηματικά εργαλεία αντιμετώπισης μιας τέτοιας κρίσης.
   Σαφέστατα η λύση σε ένα τέτοιο σύνθετο πρόβλημα, δεν θα ήταν η απαγόρευση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Η επανάσταση του ηλεκτρονικού εμπορίου, περιέχει τέτοια πλεονεκτήματα που υπερκεράζουν κάθε αρνητική απόρροια της, όπως για παράδειγμα την απώλεια παλαιών θέσεων εργασίας. Η οικονομία πρέπει απλώς να δείξει αντοχή, ώστε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα εργασίας, καθώς και εμπιστοσύνη στην δυναμική της νέας πραγματικότητας.
Αναφορές:
1: http://www.tee.gr/online/epikaira/2000/2102/pg024.shtml | Τράπεζα Πληροφοριών ΤΕΕ, 2000
4:  http://usa.usembassy.de/economy-ecommerce.htm |IRS, U.S. Diplomatic Mission to Germany, 2008




10 Νοεμβρίου 2009

Τα πρόσωπα της ανέχειας στην μαύρη δεκαετία της κρίσης..

Ένα από τα πιο θλιβερά πράγματα είναι να ακούς τέτοιες ιστορίας ανέχειας. Να ακούς για την προσπάθεια ενός απελπισμένου πολίτη να προμηθευθεί τα φάρμακα για την υγεία του, τα οποία όφειλε να του προμηθεύει το κράτος, σε μια ευνομούμενη πολιτεία με δίκαιο και προνοιακό ασφαλιστικό σύστημα. Σε αυτές τις εποχές όμως τέτοιες ειδήσεις είναι ο κανόνας στην καθημερινή ζωή μας.


Έτσι ένας 44-χρονος Αμερικανός άνεργος, εισερχόμενος στο πολυκατάστημα Walgreens, έβαλε 2 πακέτα Theraflu, που είναι φάρμακα για την γρίπη των χοίρων, στις τσέπες του, και απτόητος συνέχισε πρός την έξοδο του καταστήματος χωρίς να σταματήσει στο ταμείο. Οι υπάλληλοι συνειδητοποίησαν την ενέργεια του και ειδοποίησαν τον φρουρό, για να τον αντιμετωπίσει. Μόλις όμως ο φρουρός προσπάθησε να τον σταματήσει ο 44 χρονος έγινε έξαλλος και του επιτέθηκε με κόφτη, προκαλώντας του σοβαρό τραυματισμό, έτσι ώστε να χρειαστεί 20 ράμματα για να θεραπευτεί.

Ο άνεργος αντιμετωπίζει σοβαρές δικαστικές κατηγορίες, σε επίπεδο κακουργήματος, με εγγύηση 200.000 ευρώ, την οποία δεν έχει φυσικά να πληρώσει, γιαυτό και είναι κρατούμενος στις Αμερικάνικες φυλακές.

Related Posts with Thumbnails